Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ στο Μιζούρι

Tου Αλέξανδρου Ρωμανού Λιζάρδου, δημοσιογράφου - κριτικού κινηματογράφου

Μια νεαρή κοπέλα βιάζεται και αποτεφρώνεται όσο είναι ακόμα ζωντανή από το βιαστή της. Οι έρευνες της αστυνομίας έξι μήνες αργότερα θα σταματήσουν. Η Mildred (Frances McDormand) δεν αντέχει να ζει στην άγνοια και την εξαπάτηση: Κάποιος παρεννοημένος έδωσε ένα ταπεινωτικό τέλος στη ζωή της νεαρής της κόρης και αν το νομικό σύστημα δεν είναι ικανό να βρει και να τιμωρήσει τους υπαίτιους, τη λύση πρέπει να βρει η μονάδα. Η μικρή κοινωνία στο Έμπινγκ στο Μιζούρι προσπαθεί να ζει στην κανονικότητα. Ένα ξεχασμένο ανεξιχνίαστο έγκλημα είναι σα να μην έχει απλά γίνει ποτέ. Όταν σε πνίγει όμως το δίκαιο, η σιωπή είναι το αδιέξοδο. Η ταινία, όπως και κάθε ιδανική κοινωνία που της στερείς το δικαίωμα στη δικαίωση, θα προτιμήσει τον αχάραχτο και αχαρτογράφητο δρόμο. Και μόνο αυτό το στοιχείο είναι αρκετό για να μας υπογραμμίσει ότι η πολυβραβευμένη ταινία που έκανε ήδη πρεμιέρα και στις ελληνικές αίθουσες, μπορεί να διαβαστεί ως μια πολυδιάστατη αλληγορία για τις ανθρώπινες επιλογές απέναντι σε ένα πλασματικό αδιέξοδο. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε, όταν φτύνουν αναίτια κάποιον άγνωστο στο πρόσωπο, ακόμα και αν του πουν στη συνέχεια «συγνώμη», δικαίωση χρειάζεται αυτός που την έφαγε, όχι αυτού που την εκτόξευσε.

Τρεις πινακίδες κοντά στο σημείο του βιασμού, σε ένα εγκαταλειμμένο δρόμο κοντά στο αστυνομικό τμήμα, θα θέσουν ένα ερώτημα: «Βιάστηκε και στη συνέχεια δολοφονήθηκε», «δεν έχει γίνει ακόμα καμία σύλληψη», «γιατί αστυνόμε Willoughby;». Νομικά η Mildred δεν έχει κάνει καμία παράβαση του νόμου. Θέτει ένα ερώτημα αντί να διαφημίσει την οργή της. Με πιο απλά λόγια, δρα, κάνει αυτό που ο Αριστοτέλης θέτει ως αδιαπραγμάτευτο σε κάθε τραγωδία «δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας» γιατί η δράση είναι αυτή που οδηγεί ακόμα και από παράδρομο στην κάθαρσιν.

Η κοινωνία του Έμπινγκ, επιλέγει βραχυχρόνιες λύσεις που νομιμοποιούν τη χυδαιότητα. Οι εκπρόσωποι της εκκλησίας ζητούν τη σιωπή. Άλλοι επιλέγουν επώνυμες ή ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες στο αστυνομικό τμήμα (ως πρωτόγονο facebook των κωμοπόλεων). Ο οίκτος βλέπετε είναι σίγουρα πιο βολική συμπεριφορά στον πληγωμένο συνάνθρωπο ιδιαίτερα όταν γίνεται από μισάνθρωπους ή δειλούς. Η ηρωίδα αν δεν κερδίσει αυτή την παρτίδα σκάκι που παίζει με τον εαυτό της θα πρέπει να παίξει με τον θάνατο. Το τουρνουά στρατηγικής έχει μόλις αρχίσει.

Άλλη λύση για τη Mildred θα ήταν μια κάποιας μορφής θεραπεία ψυχική και σωματική. Η ψυχική θεραπεία για τους αποφασισμένους να τα παίξουν όλα-για-όλα συντίθεται από δύο αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες δραματικές συνθήκες: τη συγχώρεση και την εκδίκηση. Η συγχώρεση, ως δίπτυχο συναισθηματικής ωριμότητας, θα ήταν δικαίωση της πράξης του βιασμού και της δολοφονίας δια εμπρησμού. Όσο ο δολοφόνος της κόρης της παραμένει άγνωστος, τέτοιου είδους συναισθηματική ωριμότητα είναι μόνο τα κορδελάκια της πολιτικής ορθότητας σε ένα δέμα από άγνωστο παραλήπτη που κάνει τικ-τακ μέχρι να εκραγεί.

«Τη βίασαν καθώς πέθαινε» ακούς ξανά και ξανά. Πώς -αν δεν είσαι ο βιαστής- μπορείς να είσαι απαθής σε μία πράξη που επέβαλαν σε συνάνθρωπό σου με τη βία; Πώς –ακόμα περισσότερο- να συνδράμεις με τη σιωπή σου στη νομιμοποίηση της παράλογης χυδαιότητας;

Αυτός που θα την πληρώσει θα είναι ο μεσάζοντας στα κακά μαντάτα, ο εκπρόσωπος της διαφημιστικής εταιρίας που «πούλησε» τον διαφημιστικό χώρο, που έδωσε δημόσιο λόγο στην κραυγή αδικίας της μητέρας/μονάδα που θα πολεμήσει ένα παγιωμένο σύστημα και τους σιωπηρούς συνεργούς του. Με αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα θα βρεθεί από το πρώτο όροφο στη μέση του δρόμου από τον αστυνομικό που επιμένει στη βίαιη επιβολή εκείνης της τάξης που εξυπηρετεί εκείνα τα συμφέροντα. Όποιος κατουράει στη θάλασσα το βρίσκει στο αλάτι, μα το αλάτι της ζωής είναι τελικά το πιπέρι. Αργότερα, ο διαφημιστής Red Welby (Celab Landry Jones), θα συναντήσει στο διπλανό κρεβάτι του πόνου τον ρατσιστή αστυνομικό που τον κακοποίησε, τον Dixon (Sam Rockwell). Τότε σε μια κομβική στιγμή θα του ζητήσει να σταματήσει να κλαίει γιατί το αλάτι θα μαλακώσει τις πληγές στο καμένο πρόσωπό του. «Μα το αλάτι κάνει καλό στις πληγές» θα αποκριθεί ο Dixon. Και έτσι, ίσως κάτι αρχίζει να αλλάζει.

Η δική μου καλησπέρα έχει τέσσερις χρυσές σφαίρες και τρέχει με 200 στα Όσκαρ. Στα φανάρια σταματάει για να μου ψιθυρίσει στο αυτί πως η κοινωνία που μας λέει να μην βάζουνε πινακίδες -να μη μιλάμε, να μη διεκδικούμε το δίκιο μας- είναι αυτή που θα ζήσουμε ανελεύθεροι. Αυτό το site εύχομαι να είναι οι δικές μας τρεις πινακίδες, μέσα από το οποίο όλοι μαζί θα καταγράψουμε, θα διεκδικήσουμε και θα φέρουμε ισονομία, δικαιοσύνη και ανεξαρτησία στον παραλογισμό της βίαιης πραγματικότητας που ζούμε. Καλή αρχή στο Freedom TV. Είθε να γεμίζουμε όλοι μας τις ψηφιακές του πινακίδες στην Ελλάδα, της Ευρώπης.

ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ