Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

«Όταν κάψανε την Τροία μου»

Του Γιώργου Δάγλα, Ποιητή - εκδότη

Σε μια εποχή, που πρέπει κάποιος να απολογείται για τα αυτονόητα, ακόμα και σε στοιχειώδες ανθρώπινο επίπεδο, σε μια εποχή, που ακόμα και το όνομα ενός συγγραφέα αποτελεί ταμπού, ένα τέτοιο βιβλίο, λειτουργεί τουλάχιστον αφυπνιστικά, συνειδησιακά και τουλάχιστον, πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής και γεγονότων, όπως σημειώνει επακριβώς και ο ίδιος στον πρόλογό του. «Αυτή είναι η αφήγηση των πραγματικών γεγονότων, όπως ακριβώς έγιναν. Αποτελεί την προσωπική μαρτυρία μου».

Πρόκειται για το βιβλίο του Έκτορα Κουφοντίνα, με τίτλο «Όταν κάψανε την Τροία μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μονοπάτι», και τα έσοδα του οποίου στηρίζουν ανάγκες πολιτικών κρατουμένων. Το βιβλίο προλογίζει η Veronika Engler από την Ουρουγουάη, η οποία έχει βιώσει μια παράλληλη εμπειρία σαν παιδί, με τον πατέρα της, αντάρτη, στέλεχος των Τουπαμάρος και φυλακισμένο από το ‘72 μέχρι το ‘85, με την ίδια να τον ακολουθεί από φυλακή σε φυλακή. Έχοντας ζήσει σε αντίστοιχο περιβάλλον και σε μια χώρα με ακόμα πιο σκληρά ταξικά και καπιταλιστικά διακριτά, ξετυλίγει τα δικά της βιώματα, που φαίνεται να ταυτίζονται με αυτά του Έκτορα Κουφοντίνα. Τον Νοέμβρη του ‘17 στέλνει τον πρόλογο στην Ελλάδα, σημειώνοντας «Όταν γνώρισα τον Έκτορα, ένοιωσα ότι ήταν αδερφός μου». Όμως και ο ίδιος στον δικό του πρόλογο, την αποκαλεί «συντρόφισσα-αδερφή». Κατά τη γνώμη μου, το βιβλίο, αποτελεί ένα εγχειρίδιο πολλών χρήσεων για όσους μπορούν να δουν ψύχραιμα και αντικειμενικά μια πραγματικότητα που περιμένει λύσεις και εξηγήσεις.

Ένα εσωτερικό αφήγημα, που φαίνεται καθαρά πως δεν γράφτηκε για να δρέψει δάφνες, αλλά σαν να πρόκειται για μια κατάθεση τεκμηρίων για το μέλλον. Μια παράθεση καταλυτικών αναμνήσεων ενός δωδεκάχρονου γραμμένες με την πένα ενός εικοσιεπτάχρονου. Μια παράλληλη περιπέτεια πατέρα και γιου, στο σκληρό πλαίσιο του ένοπλου αγώνα και μέσα σε καθεστώς παρανομίας. Εμπειρίες ανάκρισης στην κρατική ασφάλεια, παρακολούθησης, κυνηγητού, [ακόμα και από τα Μ.Μ.Ε.], επισκεπτηρίων στις φυλακές χωρίς ανθρώπινο χαρακτήρα, είναι γεγονότα που επηρεάζουν καίρια την προσωπικότητα του συγγραφέα και ακολούθως και τη γραφή του και τον οδηγούν σε μια γρήγορη πολιτική ωριμότητα. Είναι κάτι που διακρίνεται καθαρά στο γράψιμό του, καθώς δεν αφήνεται να παρασυρθεί από συναισθηματισμούς [που θα είχε κάθε δικαίωμα], ενώ δίνει χώρο σε καθοριστικές λεπτομέρειες, που πολλές φορές μέσα από ένα ειρωνικό η σαρκαστικό τρόπο, αποδομούν μια ολόκληρη μηχανή ενός συστήματος, που φαντάζει πανίσχυρο. Εξίσου, στημένη άρτια τεχνικά, η αφήγηση, με τη χρονική όσο και προσωπική εναλλαγή γεγονότων και εμπειριών.

Δεν θα μπορούσε να λείπει το αυτο-αναφορικό στοιχείο μιας και πρόκειται ουσιαστικά για καθαρά προσωπικό αφήγημα. Και δεν αφορά ένα παιδί που «μετράει τ’ άστρα», αλλά ένα παιδί που μεγαλώνει, περνάει στην εφηβεία και την ενηλικίωση, μέσα στη δίνη ενός κοινωνικού πολέμου, που κάποιος στη θέση του θα μπορούσε να γράψει ατέλειωτα αλλά και να αναλύσει, και πολιτικά και εν είδει ψυχογραφήματος. Ο Κουφοντίνας, όμως, σοφά, αρκέστηκε στα τελείως απαραίτητα και με οικονομία λόγου. Δηλαδή σε μια απλή παράθεση-ανάσυρση εικόνων και βιωμάτων με ανεπιτήδευτο και ρεαλιστικό τρόπο, πραγματικό, αυθόρμητο και ευαίσθητο, χωρίς περιττά στολίδια, λογοτεχνικές εξάρσεις και καλολογικά στοιχεία. Δηλαδή αυτά και μόνο που θα έπρεπε να διαβάσει ο συγκεκριμένος αναγνώστης του συγκεκριμένου βιβλίου.

ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ