Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

Από τη Βάρνταρ Μπανόβινα στη «Δημοκρατία της Μακεδονίας»: Η βεβιασμένη κατασκευή ενός έθνους (μέρος Β')

Του Γρηγόρη Στεφάνου, Εκπαιδευτικού

Επινοώντας την ιστορικότητα…

Μετά τη ριζική αλλαγή της στάσης της Βουλγαρίας, η οποία δεν χαρακτήριζε πια τον πληθυσμό της περιοχής ως Μακεδόνες και, παρόλο που η Γιουγκοσλαβία έπαψε να υλοποιεί, εμφανώς, επεκτατική  στρατηγική σε βάρος της Ελλάδας, το Τιτοϊκό δημιούργημα, λόγω του φόβου για στροφή του  πληθυσμού προς τη Βουλγαρία, συνέχισε να συντηρείται και να ενισχύεται με την προσθήκη ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Φιλοτεχνήθηκε έτσι, τάχιστα, μια Εθνική ταυτότητα, που καμιά σχέση δεν έχει με την μακρά ωρίμανση των Εθνικών ταυτοτήτων, στην οποία τονίζονταν η αυθυπαρξία του «Μακεδονικού»  Έθνους και η καταγωγική του σχέση με τους γηγενείς αρχαίους Μακεδόνες, οι οποίοι «σε κάθε περίπτωση δεν ήταν Έλληνες». Κατασκευάστηκε, παράλληλα, με πυρήνα τις Σλαβοβουλγαρικές διαλέκτους της περιοχής, η Μακεδονική γλώσσα και ιδρύθηκε η αυτοκέφαλη Μακεδονική Εκκλησία, ενώ κυρίαρχη πάντα διατηρούνταν η ιδεολογία περί ενοποίησης των τριών τμημάτων της Μακεδονίας προκειμένου να λυθεί το «θέμα» των αλύτρωτων «Μακεδόνων» αδελφών.

Δεν είναι περίεργο, επομένως, ότι, με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του από την ενιαία Γιουγκοσλαβία, το 1990, στο Νέο Κράτος, που επί σαράντα πέντε  χρόνια είχε ολοκληρωτικά παραδοθεί στη μεταποιητική επενέργεια της προπαγάνδας, παρουσιάστηκαν πολιτικά Κόμματα, όπως το εθνικιστικό (VMRO), που μιλούσαν ευθέως για την ένωση των τμημάτων της Μακεδονίας και χρησιμοποιούσαν τον Ήλιο της Βεργίνας προκειμένου να αποδείξουν την καταγωγική τους σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες.

Ούτε βέβαια ήταν αναίτια η Ελληνική αντίδραση και η απαίτηση εγγυήσεων που θα απέκλειαν αλυτρωτικές βλέψεις των γειτόνων κάτι που, παρόλο που έγινε αποδεκτό στη σύνοδο της Λισσαβόνας, το 1992, δεν οδήγησε στην αποφυγή της Εθνικής νεύρωσης και στην εξεύρεση ενός τρόπου ώστε να επιτευχθεί η ομαλή συνύπαρξη των δύο λαών.

 

Γιατί μιλάμε για «κατασκευή» και όχι «συγκρότηση» του «Μακεδονικού» Έθνους.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για τον τρόπο συγκρότησης των Εθνών είναι μακρά και είναι αδύνατο, σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα, να γίνουν  εκτεταμένες νύξεις για το θέμα. Η περίπτωση, όμως, της ΠΓΔΜ δεν αντιστοιχεί ούτε στην κλασική θεωρία της Εθνογένεσης, που αντιλαμβάνεται το Έθνος ως συλλογικότητα που αποκτά την αίσθηση της κοινής μοίρας, λόγω της ύπαρξης κοινών αντικειμενικών χαρακτηριστικών όπως η γλώσσα, η θρησκεία, οι παραδόσεις και ούτω καθεξής, τα οποία ωριμάζουν αργά στο κοινωνικό σώμα, ούτε βέβαια ερμηνεύεται με τις νεότερες προσεγγίσεις, όπως η θεωρία των φαντασιακών ταυτοτήτων του Μπενεντίκτ Άντερσον που προβάλλουν την έννοια του συνανήκειν, πέρα από την επαλήθευση, μέσω αντικειμενικών κριτηρίων, όπως ειπώθηκε προηγουμένως. Η εμφανής διάσταση που υπάρχει, άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια, ανάμεσα στο Αλβανικό και το Σλάβικο στοιχείο επιβεβαιώνει την ερμηνευτική ακαταλληλότητα και των δύο παραπάνω προσεγγίσεων.

Πρόκειται, μάλλον, για μια παραφθαρμένη εκδοχή της θεωρίας του Ν. Πουλατζά για  κατασκευή του Έθνους (στην περίπτωση της ΠΓΔΜ με συνοπτικές διαδικασίες) από το ίδιο το Κράτος. Για μια εργαλειοποίηση του Έθνους, το οποίο προορίζεται από το Κράτος να ιστορήσει τις καταβολές και να δρομολογήσει τις εξελίξεις, σε κάθε περίπτωση αποκομμένο από το κοινωνικό γίγνεσθαι και που, ιδιαίτερα στην αμιγώς καπιταλιστική του περίοδο, βιάζεται ώστε να λειτουργήσει για την ενοποίηση της αγοράς και την ευχερέστερη διακίνηση του κεφαλαίου.

Οι Βόρειοι γείτονες κατασκεύασαν ένα Έθνος πάνω στα σαθρά θεμέλια της Τιτοϊκής επιδίωξης για επέκταση και το στήριξαν, επί εξήντα και πλέον χρόνια, κατασκευάζοντας, συχνότατα, εντελώς εσφαλμένες ιστορικοπολιτικές αντηρίδες. Η αξίωσή τους για χρήση του όρου «Μακεδονία» (σκέτο) είναι απολύτως κατανοητή, καθώς πρόκειται για προϊόν ιδεολογικοπολιτικών επιχωματώσεων που διαμόρφωσαν τη συλλογική συνείδηση των κατοίκων του γειτονικού κράτους, επί δεκαετίες, αλλά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς παραποιεί την ιστορική αλήθεια και αγνοεί τη συνθετότητα του θέματος. Το ίδιο απαράδεκτη είναι και η στάση των εγχώριων, διαπρύσιων υποστηρικτών της γειτονικής χώρας που, με το  απλοϊκό επιχείρημα της κοινωνικής ανθρωπολογίας περί αυτοπροσδιορισμού και αγνοώντας, εκόντες-άκοντες, τους όρους της διεθνούς πολιτικής και της γεωστρατηγικής, κινδυνεύουν να οδηγήσουν την περιοχή σε αποσταθεροποίηση.

Το Μακεδονικό θέμα, ιδίως στην παρούσα φάση του, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του γόρδιου δεσμού. Και είναι λάθος η Συμφωνία των Πρεσπών, ενώ αδυνατεί να λύσει το θέμα με όρους αμοιβαίας αποδοχής (οι δημοσκοπήσεις το μαρτυρούν), να προβάλλεται ως επιβεβλημένη κίνηση που θα παραμερίσει τις πολύχρονες αγκυλώσεις, βλάπτοντας, όμως, ετεροβαρώς τα συμφέροντα της Ελλάδας.

Αν οι Σκοπιανοί καλούνται να θυσιάσουν μια φαντασίωση, οι Έλληνες εντέλλονται να απαρνηθούν την αλήθεια. Κι είναι πολύ βαρύτερο το δεύτερο…

Δυστυχώς, κάποιοι, παραγνωρίζοντας τη θέληση του λαού για δεύτερη φορά, καμώνονται τον Μεγαλέξανδρο και με τις «Πρέσπες» ονειρεύονται τα Σούσα. Αφού γνωρίζουν Ιστορία, όμως, θα ’πρεπε να ’ναι πιο προσεκτικοί, καθώς είναι γνωστό πως και η Αγία Ελένη, κάποτε, κάποιον άλλον «Αλέξανδρο» υποδέχθηκε κι εκείνη…
ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ
 

ÔÉ ÃÉÍÅÔÁÉ? ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ?