Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

Χορεύοντας με το φίδι: Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ακροδεξιά

Του Αλέξανδρου Καζαμία, Καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρυ

Στην πρόσφατη ομιλία του στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας, σε μία ακόμη έξαρση οπορτουνισμού, ο πρωθυπουργός παρέστησε τον δήθεν εκπρόσωπο ενός ευρωπαϊκού αντιφασιστικού μετώπου. «Σας καλώ να συνεργαστούμε όλοι μαζί, σοσιαλιστές, αριστεροί και πράσινοι, να υψώσουμε ανάστημα απέναντι στον κίνδυνο της ακροδεξιάς και την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού», είπε. Η ρητορεία αυτή παραπέμπει στη στρατηγική του «λαϊκού μετώπου» που υιοθέτησε η Κομιντέρν το 1935, όταν υποστήριξε τη συμμαχία σοσιαλιστών και κομμουνιστών για να ανακόψει την άνοδο του φασισμού. Στην περίπτωση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, έχουμε άλλη μία εκδήλωση αριστεροκάπηλου θεατρινισμού, όπως εκείνες στις οποίες μας έχει συνηθίσει με τα στεφάνια στην Καισαριανή, τα παζάρια με την Εκκλησία και τις επιλεκτικές επιθέσεις κατά παλιών στελεχών του ΠΑΣΟΚ.

Η τακτική αυτή έχει δυο προφανείς στόχους, όμως, κανείς τους δεν είναι αντιφασιστικός. Ο πρώτος είναι η συγκάλυψη της ιδεολογικής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτικό φάντασμα, δίχως ταυτότητα ή στίγμα, που δρα ως υποστήριγμα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού και της αμερικανικής ακροδεξιάς στα Βαλκάνια. Έτσι, η ρητορεία περί «λαϊκού μετώπου» θέλει να δικαιολογήσει τον πολιτικά άμορφο χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ ως μια δήθεν εσκεμμένη επιλογή, που υπαγορεύεται από τη φιλοσοφία των πλατιών συμμαχιών. Ο δεύτερος στόχος είναι η πολυπόθητη διείσδυση στον χώρο του κέντρου, με πρόθεση την άντληση ψήφων για την αποφυγή μιας βαριάς ήττας στις ερχόμενες εκλογές. Στο πλαίσιο αυτό, οι αντιφασιστικές κορώνες του πρωθυπουργού χρησιμεύουν ως νομιμοποίηση της περαιτέρω ΠΑΣΟΚοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπουργοποίηση πολλών στελεχών του Παπανδρέου και του Σημίτη, ιδίως στον τελευταίο ανασχηματισμό.

Ας δούμε, όμως, γιατί δεν υπάρχει ίχνος αντιφασιστικής πρόθεσης πίσω από τις εξαγγελίες αυτές.

Όσοι ακούν τον κ. Τσίπρα να καλεί τις προοδευτικές δυνάμεις να «υψώσουν ανάστημα» κατά του νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς, οφείλουν πρώτα να ρωτήσουν πόσο ανάστημα έχει ο ίδιος υψώσει απέναντι στους δύο αυτούς κινδύνους; Ένα μήνα πριν την ομιλία του στο Βερολίνο, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έγραψε άρθρο στην γερμανική κεντροδεξιά Die Welt, όπου εκθείαζε τη μητέρα του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού και βασική αντίπαλο του SPD, κ. Μέρκελ. «Με την Καγκελάριο Μέρκελ συνεργαστήκαμε στενά για την αντιμετώπιση των κοινών ευρωπαϊκών μας προκλήσεων... Η Γερμανίδα Καγκελάριος απέδειξε πόσο σημαντική είναι η υπεύθυνη ηγεσία», είπε. Οι διθύραμβοι στην κ. Μέρκελ – τουλάχιστο ως τώρα! – δεν συμπεριλαμβάνονται στα προαπαιτούμενα των μνημονίων, ενώ το άρθρο εκείνο κυκλοφόρησε μετά την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» από το γ΄ μνημόνιο. Επομένως, τίποτα δεν υποχρέωνε τον κ. Τσίπρα να το γράψει, εκτός από τις ειλικρινείς πεποιθήσεις του για τη Γερμανίδα Καγκελάριο. Ποιος, όμως, μπορεί μετά να τον πιστέψει όταν εξαγγέλει μέτωπα εναντίον της;

Παρόμοια εγκώμια έχει πλέξει ο κ. Τσίπρας και για τον Ντόναλντ Τραμπ. Τον Οκτώβριο του 2017, από το προαύλιο του Λευκού Οίκου, ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως ο τρόπος με τον οποίο ο ακροδεξιός πρόεδρος των ΗΠΑ χειρίζεται την πολιτική «γίνεται για καλό» και τον εξήρε διότι «συνεχίζει τώρα αυτήν την παράδοση» των αξιών «της δημοκρατίας και της ελευθερίας [που] γεννήθηκαν στην Ελλάδα». Έναν μήνα αργότερα, από το βήμα της Βουλής, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε την πώληση όπλων στο σκοταδιστικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, αυτό που κατακρεούργησε το πτώμα του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, αποκαλώντας το κατ’ επανάληψη «το φιλικό αυτό κράτος». Τα παραπάνω δεν είναι λεκτικά ατοπήματα χωρίς πολιτικό αντίκρυσμα. Ο Τραμπ, η Μέρκελ και ο Μπιν Σαλμάν είναι οι σημαντικότεροι φίλοι του κ.Τσίπρα. Εδώ και τριάμιση χρόνια, η αναξιόπιστη κυβέρνησή του έχει ταυτίσει την πολιτική της με τη στήριξη που λαμβάνει από τις νεοφιλελεύθερες, ακροδεξιές και ολοκληρωτικές κυβερνήσεις των τριών αυτών δυνάμεων, πάντα μαζί με το καθεστώς Απαρτχάιντ της Ισραηλινής κυβέρνησης Νετανιάχου. Ποιος, επομένως, μπορεί να πιστεύει ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει ανάστημα να υψώσει απέναντι στη δεξιά και την ακροδεξιά;

Δυστυχώς, το πολιτικό μητρώο της κυβέρνησης Τσίπρα είναι εξίσου βεβαρυμένο και στην περίπτωση του εγχώριου φασισμού. Ως το 2015, η Χρυσή Αυγή λάμβανε υψηλά ποσοστά διότι διέθετε ερείσματα στην κυβέρνηση Σαμαρά και στο κράτος του δικομματισμού. Έκτοτε, ύστερα από μια τετραετία «αντιφασιστικής» διακυβέρνησης, πώς δικαιολογείται η διατήρηση των Νεοναζί στα ίδια ή και ψηλότερα ποσοστά σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις; Τον περασμένο Οκτώβριο, πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Αριστεράς, Γκρέγκορ Γκίζι, παραβρέθηκε στη δίκη της Χρυσής Αυγής, ζητώντας «να επιταχυνθεί» και «να υπάρχουν περισσότερες ημέρες δίκης την εβδομάδα». Η κουστωδία των υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ που τον συνόδευε, ως τέλεια αντιπολίτευση του εαυτού της, βροντοφώναξε κι αυτή ότι «η Πολιτεία οφείλει να κάνει ό,τι επιβάλλεται για να έχουμε το συντομότερο δυνατό την ολοκλήρωση της δίκης». Για μια τετραετία, όμως, η κυβέρνησή τους δεν έκανε τίποτα για να άρει τα γελοία διοικητικά εμπόδια που καθυστερούν σκανδαλωδώς τη δίκη. Φυσικά, δεν πρόκειται για παραδρομή, αφού δεκάδες αντιφασιστικές οργανώσεις τούς το υπενθυμίζουν συνεχώς. Όμως, ο κ. Τσίπρας διαιωνίζει τη δίκη διότι έχει κάθε συμφέρον η Χρυσή Αυγή να παραμένει τρίτο κόμμα. Αυτό στερεί κρίσιμες ψήφους από τον βασικό κομματικό του αντίπαλο, τη ΝΔ, που είναι, δυστυχώς, το μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει.

Τα παραπάνω δεν υπονοούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται με την ακροδεξιά ή, όπως πρέσβευε η θεωρία του «σοσιαλφασισμού», στο μεσοπόλεμο, ότι αποτελεί την άλλη όψη της ακροδεξιάς στον κεντροαριστερό χώρο. Ο χαρακτηρισμός κάθε αντιπάλου ως «φασίστα» είναι, και πρέπει να παραμένει, το αποκλειστικό προνόμιο της βλακώδους προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ (ακόμη και όταν υπάρχουν χειροπιαστά και όχι φανταστικά στοιχεία συνεργασίας με την ακροδεξιά). Όμως, εκείνο που κάθε πολίτης πρέπει να αντιληφθεί είναι ότι, μετά τον Ιούλιο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέστη ένα αλλοτριωμένο κόμμα, ένα πολιτικό υποκείμενο που έχασε την ταυτότητά του, και ως εκ τούτου, η μόνη επιλογή που του απομένει είναι ο οπορτουνισμός. Για να το πούμε απλά: όποιος παύει να είναι αυτός που είναι, μπορεί στο εξής να γίνεται τα πάντα. Αυτός ο οπορτουνισμός είναι που κάνει σήμερα τον ΣΥΡΙΖΑ να χορεύει επικίνδυνα με το φίδι της ακροδεξιάς˙ και είναι ο ίδιος που τον κάνει ταυτόχρονα να προσποιείται ότι το πολεμάει. Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. Η πρώτη τέχνη κάθε οπορτουνιστή είναι να κρύβεται πίσω από κάλπικες ρητορείες υψηλών αρχών και ηθικής. Αυτό ακριβώς έκανε και ο κ. Τσίπρας στο συνέδριο του SPD.

ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ