Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

Ο Αβραμόπουλος, ο «μεγάλος αδελφός» και οι ευρωεκλογές

Του Στράτου Γεωργούλα, Καθηγητή Εγκληματολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Επικεφαλής της Δημοτικής Παράταξης «Άλλος Δρόμος»

Ο συγκεκριμένος πολιτικός έχει μέγιστη ευθύνη για τις πολιτικές διαχείρισης του προσφυγικού που έχουν κάνει τη χώρα μας, και κυρίως τα νησιά μας, αποθήκες ψυχών, με δράσεις εγκληματικές που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα και διευκολύνουν τα κρατικοεπιχειρηματικά εγκλήματα. Τώρα, όμως, έχει βαλθεί να «αφήσει το στίγμα του» και σε ένα άλλο πεδίο πολιτικής, με κοινό έδαφος την ολοκληρωτικά εγκληματική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή τη φορά όμως, όλων των πολιτών που διαμένουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει αποδειχθεί, ο κατάλληλος άνθρωπος, την κατάλληλη στιγμή.

Η πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη δική του ευθύνη, είναι συγκεκριμένη, επικίνδυνη και συνιστά ένα σημείο «χωρίς επιστροφή».

Στις 12 Δεκεμβρίου 2017, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις σχετικά με τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων της Ε.Ε., στο πλαίσιο της «διαλειτουργικότητας» και με δικαιολόγηση την απειλή που θέτει η εσωτερική ασφάλεια λόγω της μετανάστευσης και της τρομοκρατίας.

Σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, η Επιτροπή καταρτίζει νέα μέτρα με εκτιμήσεις επιπτώσεων και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταρτίζουν τις διαπραγματευτικές θέσεις τους. Στη συνέχεια συναντώνται - ως συννομοθέτες - σε μυστικούς τριμερείς διαλόγους με την Επιτροπή. Ένα κείμενο «συμβιβασμού» συμφωνείται και εγκρίνεται τυπικά από το κοινοβούλιο χωρίς να αλλάζει ούτε μια τελεία.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο άρχισαν να εργάζονται γρήγορα και σε αυτό το πλαίσιο. Μέχρι τον Ιούνιο του 2018 και τα δύο θεσμικά όργανα - ως συννομοθέτες - προχώρησαν ικανοποιητικά στην επίτευξη των διαπραγματευτικών τους θέσεων πριν από την έναρξη των τριμερών συνομιλιών.

Τα τέσσερα στοιχεία για τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων της Ε.Ε. περιγράφονται ως εξής:

1. Ευρωπαϊκή πύλη αναζήτησης (ESP)- αυτό θα επιτρέψει σε εξουσιοδοτημένους χρήστες (για παράδειγμα, έναν εξουσιοδοτημένο αστυνομικό) να πραγματοποιήσουν μια ενιαία αναζήτηση.

2. Μια κοινή υπηρεσία βιομετρικής αντιστοίχισης (BMS) - αυτό θα επιτρέψει στους χρήστες να αναζητήσουν και να ταιριάξουν τα βιομετρικά δεδομένα (επί του παρόντος, κυρίως δακτυλικά αποτυπώματα και εικόνες προσώπου) που είναι αποθηκευμένα στα συστήματα στα οποία έχουν εξουσιοδότηση πρόσβασης.

3. Κοινό αρχείο καταγραφής ταυτότητας (CIR), το οποίο θα περιέχει βιογραφικά και βιομετρικά δεδομένα ταυτότητας υπηκόων τρίτων χωρών και μεταγενέστερων υπηκόων της Ε.Ε. που διατηρούνται στις βάσεις δεδομένων της Ε.Ε. για τη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις.

4. Ένας πολλαπλός ανιχνευτής ταυτότητας (MID) - αυτό θα επαληθεύσει εάν τα βιογραφικά δεδομένα που αναζητούνται υπάρχουν σε πολλά συστήματα, βοηθώντας στον εντοπισμό πολλαπλών ταυτοτήτων.

Με βάση τα παραπάνω, το μήνυμα των τριών θεσμών είναι ότι τα σχέδια αφορούν μόνο 218 εκατομμύρια πολίτες εκτός της Ε.Ε. και δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούν οι πολίτες της Ε.Ε., καθώς δεν θα τους επηρεάσουν.

Αφενός, όμως, η συγκάλυψη των απειλών που βασίζονται στο φόβο του "άλλου" είναι μια κλασική περίπτωση θεσμοθετημένου κρατικού ρατσισμού. Αφετέρου, ο παραπάνω ισχυρισμός είναι αναληθής, όπως φαίνεται από το δηλωμένο στόχο να καλυφθούν όλες οι βάσεις δεδομένων της Διεύθυνσης Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και συγκεκριμένα οι εξής:

α. PNR (πτήσεις εκτός και εντός της Ε.Ε.), αντιμετωπίζοντας όλους τους ταξιδιώτες ως δυνητικούς ύποπτους,

β. ECRIS - Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου

γ. το σύστημα Prum που περιλαμβάνει την καταχώριση όλων των οχημάτων.

Τα παραπάνω αφορούν όλους τους πολίτες της Ε.Ε. Αυτό επιβεβαιώνεται και σε ένα έγγραφο του Συμβουλίου (Ε.Ε. αριθ. 6396-18, 26 Φεβρουαρίου 2018), στο οποίο η Προεδρία ζήτησε από τα κράτη μέλη να θεωρούν ότι θα πρέπει να εξεταστούν τυχόν πρόσθετα στοιχεία στις τρέχουσες νομοθετικές προτάσεις για τη «διαλειτουργικότητα», όπως «η αποθήκευση βιομετρικών δεδομένων από εθνικές βάσεις δεδομένων, τη Γιουροπόλ και την Ιντερπόλ, στην κοινή υπηρεσία βιομετρικής αντιστοίχισης». Λίγες μέρες μετά, στις 17 Απριλίου 2018, υποβλήθηκε πρόταση από την Επιτροπή για ρύθμιση εθνικών δελτίων ταυτότητας, ώστε να συμπεριληφθούν υποχρεωτικές βιομετρικές (δακτυλικά αποτυπώματα ή / και εικόνες προσώπου) που καλύπτουν πάνω από 370 εκατομμύρια πολίτες της Ε.Ε. σε εθνικές βάσεις δεδομένων.

Αντιδράσεις έχουν υπάρξει, σε αυτό το στάδιο, τόσο από φορείς εντός των θεσμών, όσο και από ανεξάρτητες συλλογικότητες. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δήλωσε το προφανές: η διαλειτουργικότητα δεν είναι πρωτίστως τεχνική επιλογή, αλλά πρέπει να γίνει πολιτική επιλογή. Μια κεντρική βάση δεδομένων - σε αντίθεση με τις αποκεντρωμένες βάσεις δεδομένων - αυξάνει σιωπηρά τον κίνδυνο κακής χρήσης. Επομένως, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε προσεκτικά τις προτάσεις, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην ύπαρξη όλων των απαραίτητων διασφαλίσεων.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) υποδηλώνει ότι η κεντρική αποθήκευση βιομετρικών δεδομένων χρειάζεται αυστηρότερες απαιτήσεις από την τοπική αποθήκευση εγγράφων ταυτότητας που έχει στην κατοχή του το υποκείμενο των δεδομένων. Η ανεξάρτητη οργάνωση Statewatch που ελέγχει τις παραβιάσεις δικαιωμάτων και ελευθεριών από την Ε.Ε., καταγράφει:

α) η έννοια της «διαλειτουργικότητας» αντικαταστάθηκε από τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων της Ε.Ε. με πρόσβαση σε βιομετρικά στοιχεία και προσωπικά προφίλ, ενσωματώνοντας, μελλοντικά, αποκεντρωμένες εθνικές βάσεις δεδομένων

β) η εκτεταμένη και διακριτική χρήση των εσωτερικών αστυνομικών ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 20, θα επηρέαζε τόσο τους πολίτες εκτός Ε.Ε. όσο και τους πολίτες της Ε.Ε.

γ) η προγραμματισμένη εισαγωγή εθνικών βιομετρικών δελτίων ταυτότητας σε ολόκληρη την Ε.Ε. θα καλύψει 440 εκατομμύρια πολίτες της Ε.Ε. και θα μπορούσε να προστεθεί στο μέλλον στην κεντρική βάση δεδομένων της Ε.Ε.

Τίποτα, όμως, δεν πτοεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους άλλους συννομοθέτες. Με πρόσχημα ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση εξισορρόπησης των (πραγματικών ή φανταστικών) απειλών που θέτει η τρομοκρατία και η μετανάστευση, ζητεί από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου να έχουν πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων για τη μετανάστευση και το άσυλο. Tόσο το Συμβούλιο όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχαν συμφωνήσει και οι επόμενες διαδικασίες (τελικές τριμερείς συζητήσεις) έρχονταν άμεσα. Αυτό, όμως, δεν ήταν αρκετό.

Στις 13 Ιουνίου 2018, η Επιτροπή δημοσίευσε δύο τροποποιημένες εκδόσεις των βασικών κανονισμών για τη διαλειτουργικότητα – η πρώτη για τα σύνορα και τις θεωρήσεις και η δεύτερη για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία, το άσυλο και τη μετανάστευση. Και εδώ αρχίζει μια άλλη αντιδημοκρατική διαδικασία ακόμα και για τα μέτρα αυτής της λειτουργίας των τριών ευρωπαϊκών θεσμών. Οι δύο άλλοι συννομοθέτες σταματούν την (υποχρεωτική) εργασία και για τις δύο νέες τροποποιήσεις και προχωρούν στις συνολικές τριμερείς συναντήσεις. Η βιασύνη έγκειται στο γεγονός ότι πρέπει να προλάβουν κάθε «κίνδυνο» δημοκρατικού ελέγχου που μπορεί να έρθει στη διαδικασία των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τον Μάιο του 2019.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κεντρική βάση δεδομένων, από εργαλείο εφαρμογής συγκεκριμένων πολιτικών, γίνεται εργαλείο επιβολής του νόμου. Και όταν αυτό ολοκληρωθεί, αυτό θα συνεπάγεται μια δυσανάλογη διείσδυση στην ιδιωτική ζωή, όπως για παράδειγμα, των ταξιδιωτών που συμφώνησαν στο να παρέχουν τα δεδομένα τους προκειμένου να αποκτήσουν θεώρηση (VISA). Οι προτεινόμενοι έλεγχοι ταυτότητας στην επικράτεια των κρατών μελών, για τους σκοπούς των αστυνομικών ερευνών, έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν αρνητικά πολλά θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη της Ε.Ε. Η πρακτική αυτή, επίσης, ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο διακρίσεων σε βάρος υπηκόων τρίτων χωρών λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, παραβιάζοντας το δικαίωμα της μη διάκρισης (άρθρο 20 του Χάρτη). Άλλωστε, αυτό δεν είναι ασύμβατο με άλλες δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (αλλά και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) όπως την καμπάνια (που έχει αυξήσει και το εισόδημα αρκετών συναδέλφων μου, εγκληματολόγων) σύνδεσης της «ριζοσπαστικοποίησης» με την τρομοκρατία και τον ισλαμισμό και χρηματοδότησης μελετών για τη στήριξη αυτής της σύνδεσης και της καταγραφής προτάσεων αντιμετώπισης.

Τι πρέπει να κάνουμε; Πρέπει το θέμα να αποτελέσει τόσο ζήτημα σε εθνικό επίπεδο όσο και αντικείμενο συζήτησης στις προσεχείς ευρωπαϊκές εκλογές. Τώρα, όχι μετά. Γιατί, όπως τονίζει και ο Tony Bunyan, συντονιστής του Statewatch, «o χρόνος για να χτυπήσουν τα κουδούνια συναγερμού δεν είναι όταν ο «μεγάλος αδελφός» είναι στη θέση του, αλλά όταν υπάρχουν τα πρώτα σημάδια της κατασκευής του».

ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ